Το ψαράκι της γυάλας


Το διήγημα πρωτοδημοσιεύεται στη συλλογή «Ο μπιντές και άλλες ιστορίες» το 1971, δηλαδή την περίοδο της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών στην Ελλάδα (1967-74)
Τόπος δράσης: Αθήνα (προάστια της Αθήνας, Καισαριανή, Βύρωνας, Δάφνη, Καλλιθέα)
Ιστορικός χρόνος: Δίνεται σε τρία χρονικά επίπεδα με δύο συγκεκριμένα ορόσημα και αφορά στην ιστορία της Ελλάδας, καθώς και στην προσωπική ιστορία του ήρωα:
(α) παρόν, (β) πρόσφατο παρελθόν με ορόσημο τα Ιουλιανά και (γ) απώτερο παρελθόν
  • Ιστορικό παρόν / παρόν της αφηγηματικής δράσης: 21 Απριλίου 1967, ημέρα επιβολής της Δικτατορίας στην Ελλάδα
Η χρονική απόσταση ανάμεσα στη συγκεκριμένη μέρα και το χρόνο συγγραφής του διηγήματος φαίνεται και από τη χρήση παρελθοντικού χρόνου σε όλη την αφήγηση.
Ποια στοιχεία του κειμένου υποδεικνύουν ότι πρόκειται για τη συγκεκριμένη μέρα;
Ο συγγραφέας δεν αναφέρεται ούτε στην ημερομηνία, ούτε στα γεγονότα (Πραξικόπημα των Συνταγματαρχών), εφόσον το διήγημα δημοσιεύεται την εποχή της Δικτατορίας, συνεπώς και της λογοκρισίας. Ωστόσο, μέσα από σκόρπιες υπαινικτικές αναφορές, που, αν συνδυαστούν, αποκτούν συγκεκριμένο νόημα, αφήνει τον αναγνώστη να αντιληφθεί:
      • τώρα Απρίλης, ενώ πριν δύο χρόνια Ιούλης
      • τώρα: γενικός πανικός, συλλήψεις, για το σκοπό που την ήθελε [φραντζόλα]
      • ανάγκη αντικειμένου για καμουφλάζ τότε και τώρα
      • νόμος της παραλλαγής και ατσίδας αστυνομικός / στις έκτακτες περιστάσεις που ζει τόσο συχνά αυτός ο τόπος
    • Συνεπώς τώρα 21 Απριλίου 1967 και τότε Ιούλης 1965
    • Η αναφορά στο παρελθόν του ήρωα (φυλακές, εξορίες) γίνεται πολύ αργότερα, ενώ ο προσδιορισμός της γειτονιάς του ήρωα (Καισαριανή, γειτονιά αριστερών κυρίως), γίνεται στο τέλος του κειμένου.
    • Το «κλίμα» της ημέρας και η αντίδραση των Ελλήνων (μέσα στο γενικό πανικό πέσαν όλοι στα τρόφιμα, ο άντρας φορτωμένος με τρόφιμα)
    • Τα εμβατήρια στο ραδιόφωνο και τους δρόμους διαμορφώνουν ένα μιλιταριστικό κλίμα και στηρίζουν την προπαγάνδα των πραξικοπηματιών Συνταγματαρχών, αφού δημιουργούν μια ενθουσιώδη πολεμοχαρή ατμόσφαιρα, μέσα στην οποία ο στρατός εμφανίζεται πανηγυρικά ως «εθνοσωτήρας» που «θα σώσει το έθνος από τους εχθρούς του τους κομμουνιστάς».
  • Πρόσφατο παρελθόν: Οριοθετείται χρονικά γύρω από ένα συγκεκριμένο πολιτικό γεγονός: τα Ιουλιανά (Ιούλιος 1965). Αρχίζει, όμως, από τη μέρα της αποφυλάκισης του ήρωα λίγο καιρό πριν και καλύπτει την περίοδο του «βολέματος» στη μικροαστική ζωή και την αποστασιοποίηση από τα δεδομένα της ζωής του παρελθόντος.
Η αποφυλάκισή του τοποθετείται πιθανότατα κατά την περίοδο της Πρωθυπουργίας του Γεώργιου Παπανδρέου, του «Γέρου της Δημοκρατίας», ( Ένωση Κέντρου), Νοέμβριος 1963 – Ιούλιος 1965, ο οποίος, στην προσπάθειά του για εκδημοκρατισμό και εκσυγχρονισμό της χώρας, απελευθέρωσε μεγάλο αριθμό πολιτικών κρατουμένων και επέτρεψε «να φυσήξει αέρας πολιτικής ελευθερίας» σε όσους προηγουμένως ζούσαν υπό καθεστώς δίωξης, παρακολούθησης και εκφοβισμού.
  • Απώτερο παρελθόν: Περίοδος σκληρών διωγμών της αριστεράς, άρα περίοδος μετεμφυλιακών χρόνων (δηλαδή από το τέλος του Εμφυλίου το 1949 έως την αποφυλάκισή του) τα χρόνια που χαρακτηρίζονται από το Σινόπουλο ως “σκοτεινά και δύσκολα”), η περίοδος που και ο ίδιος ο Χάκκας διώχθηκε γιατί ανήκε σε αριστερή οργάνωση και που ο ήρωας «έζησε τη μισή του ζωή στη φυλακή και την εξορία».
Η αφετηρία της πολιτικής δράσης και πορείας του ήρωα παραμένει απροσδιόριστη, εφόσον απροσδιόριστη παραμένει και η ηλικία του. Αφήνεται ανοιχτό το ενδεχόμενο η δράση του να έχει ήδη αρχίσει πριν το τέλος του εμφυλίου, δηλαδή είτε την περίοδο της Δικτατορίας του Μεταξά / 1936, είτε αυτήν της Γερμανικής Κατοχής / 1941-44 είτε του Εμφυλίου / 1943, Δεκεμβριανά 1944-45, 1946-49.
Ο Χάκκας δε δίνει επακριβώς τα χρονικά πλαίσια του παρελθόντος του ήρωα μέχρι τη συγκεκριμένη μέρα (21 Απριλίου 1967), θέλοντας προφανώς να αφήσει ανοικτά όλα τα ενδεχόμενα των δεκαετιών που προηγήθηκαν της δικτατορίας, τα οποία εξάλλου ειρωνικά παρουσιάζει με το οξύμωρο σχήμα «στις έκτακτες περιστάσεις που ζει τόσο συχνά αυτός ο τόπος».
Εξάλλου, έστω κι αν η δική του δράση είναι μάλλον μετεμφυλιακή, ο ήρωας (όπως και ο συγγραφέας) έχει μεγαλώσει μέσα στο κλίμα της προηγούμενης εποχής, στην Καισαριανή μάλιστα, έχει διαμορφώσει την πολιτική του αντίληψη σύμφωνα με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, με δεδομένα που καθόρισαν την ιδεολογία και τη στάση ζωής του. (βλ. και Μ. Αναγνωστάκη, «Θεσσαλονίκη, Μέρες του 1969 μ.Χ.»: «θυμούνται τα λόγια του πατέρα, εσύ θα γνωρίσεις καλύτερες μέρες...»)
Αυτό, βεβαίως, που έχει σημασία δεν είναι η ακριβής χρονολόγηση, αλλά η χρονική έκταση, η μεγάλη χρονική περίοδος των πολιτικών αναταραχών, συγκρούσεων και διώξεων που στοίχισαν την ελευθερία ή και την ίδια τη ζωή σε χιλιάδες ανθρώπους.
Η περίοδος αυτή σκιαγραφείται μέσα από την πορεία του ήρωα, που
-       ξεκινά από τη φάση της κορύφωσης της αγωνιστικότητάς του, όταν ήταν δηλαδή ενεργός,
(η φάση αυτή συμπίπτει με την περίοδο των απηνών διώξεις των ανθρώπων της αριστεράς από τους νικητές του Εμφυλίου, κράτος και παρακράτος
)
-       προχωρά στη φάση της σταδιακής κάμψης της αγωνιστικότητας και το μερικό συμβιβασμό, όταν ήταν δηλαδή ημιενεργός, (η φάση αυτή συμπίπτει με την περίοδο –σχετικής- εκδημοκρατικοποίησης της χώρας και μείωσης του ασφυκτικού ελέγχου του κράτους στις ιδέες και τα φρονήματα των πολιτών, με τις κυβερνήσεις της ΕΔΑ [κεντρώες πολιτικές δυνάμεις]˙ ωστόσο η πολιτική κρίση και η αναζωπύρωση των πολιτικών παθών που είχε εκδηλωθεί πριν την άνοδο της ΕΔΑ [η οποία περιλάμβανε πολιτικές δολοφονίες], η δράση των παρακρατικών οργανώσεων, οι πληγές του εμφυλίου, και κυρίως η παρέμβαση του παλατιού και των ΗΠΑ στην πολιτική ζωή της χώρας, δεν επιτρέπουν την πολιτική εξομάλυνση και οδηγούν σε νέα εντονότατη πολιτική κρίση [σύγκρουση παλατιού-πρωθυπουργού], η οποία κορυφώνεται με το βασιλικό πραξικόπημα τον Ιούλιο του 1965)
-       μέχρι να φτάσει στη φάση της πλήρους παραίτησής του (στο τέλος του διηγήματος), όταν γίνεται πια ανενεργός, δηλαδή παραιτείται και αφήνεται να τον συλλάβουν, χωρίς να έχει πια δύναμη να αντισταθεί, ούτε για τις ιδέες του, αλλά ούτε και για τον εαυτό του. (Η φάση αυτή συμπίπτει με την υποταγή της χώρας σε στρατιωτικό καθεστώς, την πλήρη στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων όλων των Ελλήνων, όχι μόνο των αριστερών, και τη βίαιη φίμωση των δημοκρατικών φωνών). Στη φάση αυτή που απαιτείται αγωνιστικότητα και αντίσταση, ο ήρωας δεν έχει πλέον δυνάμεις να το πράξει. Η αδυναμία πλέον του ήρωα να αντισταθεί υποδηλώνει και την τραγική σύμπτωση της παραίτησης του ήρωα με το θάνατο του Χάκκα από καρκίνο, ένα χρόνο μετά τη δημοσίευση της συλλογής.
Ωστόσο, σε όλη αυτή την περίοδο που το αριστερό κόμμα παραμένει στην παρανομία και οι αριστεροί αντιμετωπίζονται εχθρικά (ή, στην καλύτερη περίπτωση, με καχυποψία) από το κράτος, σε καμία περίπτωση δεν έχουμε έναν ήρωα που μετανοεί για το παρελθόν του ή που εκπίπτει στην πολιτική ασυνειδησία, ή που απεμπολεί τις πολιτικές του πεποιθήσεις υπογράφοντας δήλωση μετανοίας. Ο ήρωας παραμένει πιστός στις ιδέες του, και παρά την κούραση και την απογοήτευσή του, αντιστέκεται με το δικό του αθόρυβο τρόπο, χωρίς πια να βρίσκεται στην ενεργό δράση.

Αφηγηματικός χρόνος: Μία μέρα από το πρωί μέχρι το βράδυ (ενότητα χρόνου), σε ευθύγραμμη/ γραμμική αφήγηση η οποία περιλαμβάνει (εγκιβωτίζει) το ιστορικό παρελθόν με ανάδρομη αφήγηση (flashback) και επιστροφή στο αφηγηματικό παρόν. Επίσης, στοιχεία του απώτερου παρελθόντος ζωντανεύουν μέσα από το άγραφο κείμενο, το οποίο υποβάλλεται στον αναγνώστη με την παρατήρηση των δεδομένων της ζωής του ήρωα στο πρόσφατο παρελθόν και το παρόν, καθώς και των σκέψεών του.

Αφηγητής: Παντογνώστης - Τριτοπρόσωπη αφήγηση
  • Με εξωτερική εστίαση. Ο αφηγητής παρακολουθεί και καταγράφει τη ζωή, τη συμπεριφορά και τις αντιδράσεις του ήρωα, μαζί με τα γεγονότα της συγκεκριμένης ημέρας.
ΚΑΙ
  • Με εσωτερική εστίαση. Ο αφηγητής παρακολουθεί τις σκέψεις και τα συναισθήματα του ήρωα, με έμφαση στην εσωτερική σύγκρουση που αυτός βιώνει.

Δεν είναι όμως ένας αντικειμενικός, ουδέτερος παρατηρητής, που απλώς καταγράφει τα γεγονότα. Ο αφηγητής:

  • Εκφράζει άποψη για τα πρόσωπα και τα δρώμενα (τη συνεχή πολιτική ανωμαλία και τις συχνές δικτατορίες), μέσα από το ειρωνικό ύφος που υιοθετεί σε συγκεκριμένα σημεία, π.χ. απέναντι στο «αστυνομικό δαιμόνιο» (ο ατσίδας αστυνομικός) και την κουτοπονηριά των Ελλήνων (οι τρεις αξίες, εκ των οποίων η τρίτη έχει επινοηθεί στην Ελλάδα), την παθητικότητα, την αδιαφορία, τον εγωισμό, (ο κόσμος που έπεσε στα τρόφιμα)

  • Επίσης, σχολιάζει κάποιες σκέψεις του ήρωα, υποδεικνύοντας την ευθύνη του απέναντι στο πολιτικό γίγνεσθαι. («Τώρα όποιος θα 'θελε να ψιλοκοσκινίσει αυτό το απόφθεγμα θα παρατηρούσε ότι η αοριστία της πρώτης πρότασης συνεχίζεται μέσα στη δεύτερη κι αυτό οφείλεται στη χρησιμοποίηση τρίτου προσώπου. Βέβαια, η χρήση πρώτου προσώπου και μάλιστα ενικού αριθμού στη συγκεκριμένη περίπτωση, θέλει καρδιά και προσωπική προπαρασκευή για τέτοιο ενδεχόμενο.»)

  • Ειρωνεύεται, αλλά ταυτόχρονα συμπάσχει και κατανοεί τον ήρωα:

-       ο τρόπος με τον οποίο τον ονομάζει (ο δικός μας, ο άνθρωπός μας, κτλ.)
-       η εικόνα που του δίνει (παντούφλες, πιτζάμες μετά τη διαδήλωση, η κοιλιά που κρέμεται σαν καρπούζι, τρώει σαβουρώνοντας ό,τι λάχει, είχε παραβαρύνει από σάλτσες, η βαρεμάρα του,  ...  )
-       τα υποκοριστικά και οι ξένες λέξεις με τις οποίες περιγράφει τα υλικά του αγαθά (λεφτουδάκια, σαλονάκια, σπιτάκι, .... καρέκλες φερ φορζέ, σαιζ λονγκ,  στρωματέξ...)

Ήρωας: Ένας ανώνυμος, αριστερός ιδεολόγος, που πέρασε σταδιακά από την πλήρη δράση στην αδράνεια. Όπως προαναφέρθηκε, δεν ονομάζεται, αλλά αναφέρεται ως «ο άνθρωπος με τη φραντζόλα υπό μάλης», «ο άνθρωπός μας», «ο δικός μας»... (ειρωνική και ταυτόχρονα υπαινικτική αναφορά, εκφράζει και λεπτή ειρωνεία προς τα τεκταινόμενα και τον ήρωα, αλλά και συμπάθεια του συγγραφέα προς τον ήρωα).
Ο ήρωας λειτουργεί ως σύμβολο όλων όσοι παρουσιάζουν παρόμοια χαρακτηριστικά με «το δικό μας άνθρωπο»: δηλαδή των συνειδητοποιημένων πολιτικά ανθρώπων της γενιάς του Χάκκα που βιώνουν με την επιβολή της Δικτατορίας τραγικά διλήμματα και εσωτερικές συγκρούσεις γιατί :

  • αφενός, ως πολιτικά συνειδητοποιημένοι πολίτες αισθάνονται το χρέος και την ευθύνη τους απέναντι στο κοινωνικό σύνολο και τη χώρα τους, νιώθουν ως εσωτερική ανάγκη την αντίσταση στο καθεστώς, τη συνέχιση της αντιστασιακής τους πορείας, τη συνειδητή πρόταξη της αγωνιστικότητας εις βάρος της προσωπικής τους ζωής, την προσήλωση στα υψηλά τους ιδανικά, και έχουν πλήρη επίγνωση πως χωρίς αγώνες το καθεστώς δε θα πέσει,

  • και, αφετέρου, έχουν βιώσει τόσα χρόνια ατέρμονες στερήσεις αλλά και απογοητεύσεις, αισθάνονται πικρία, κόπωση και απογοήτευση εξαιτίας της διάψευσης των οραμάτων και της ματαίωσης της ελπίδας για την επικράτηση πραγματικής δημοκρατίας στη χώρα τους, έχουν υποχρεωθεί εκ των πραγμάτων σε συμβιβασμό με τα δεδομένα της πολιτικής ζωής της χώρας (επικράτηση της δεξιάς στο πηδάλιο του κράτους, διώξεις, πολιτική εξάρτηση από τη Δύση, αλλά και ερμαφρόδιτη στάση της ηγεσίας της αριστεράς), έχουν «βολευτεί» σε μικροανέσεις που στερήθηκαν στα χρόνια της εξορίας, έχουν «αλλοτριωθεί», δηλαδή αποστασιοποιηθεί από ό,τι έδινε νόημα στη ζωή τους και απομακρυνθεί από τα πιστεύω τους και την εσωτερική τους ανάγκη για δράση, επιλέγουν συνειδητά αλλά υποφέροντας τη μετάθεση των ευθυνών στους άλλους.

Όλα τα πιο πάνω χαρακτηριστικά συνυπάρχουν μέσα στη συνείδηση του ήρωα την περίοδο της σταδιακής αποστασιοποίησής του, εκδηλώνονται στα Ιουλιανά, και μετατρέπονται σε ένα εσωτερικό εφιάλτη τη μέρα της επιβολής της δικτατορίας.
Ποιος είναι, όμως, πιο συγκεκριμένα ο ήρωας του Μάριου Χάκκα, και πώς συμπεριφέρεται στα διάφορα στάδια της ζωής του;
Ο αφανής αυτός ήρωας των αγώνων για την επικράτηση της δημοκρατίας όπως ιδεαλιστικά την ονειρεύτηκε, ήταν στο απώτερο παρελθόν (μετεμφυλιακά χρόνια) ενεργός, ένας ασυμβίβαστος επαναστάτης που πλήρωσε με βαρύ αντίτιμο τα πιστεύω του:

  • Πίστεψε στο όραμα ενός καλύτερου κόσμου, ειρηνικού, δίκαιου, ελεύθερου, ανθρώπινου και φιλικού για τον κάθε άνθρωπο, πίστεψε στη δυνατότητα διαμόρφωσης μιας καλύτερης κοινωνίας, δημοκρατικότερης, δικαιότερης, όπου όλοι οι άνθρωποι θα μπορούσαν να απολαύσουν τα απλά αγαθά της ζωής μαζί με όλες τις μορφές της ελευθερίας (εθνικής και πολιτικής) και τα δικαιώματά τους ως πολίτες μιας χώρας δημοκρατικής.

  • Εντάχθηκε λόγω ιδεολογίας, αγνά και ανιδιοτελώς στο χώρο της αριστεράς, που ανταποκρινόταν με τις ιδεαλιστικές της υποσχέσεις στο δικό του όραμα («είχε μια ομορφιά αυτή η ιστορία»), αντιστάθηκε στο άδικο, αγωνίστηκε για τη δημοκρατία, για το υψηλό ιδανικό της δικαιοσύνης και της ελευθερίας, «περπάτησε παράταιρα» επιδεικνύοντας «μια στάση ηρωική» σε μια εποχή (μετεμφυλιακά χρόνια) που και μόνο η ιδεολογική προσήλωση στο χώρο της αριστεράς ήταν αρκετή για να διωχθεί.

  • Η πολιτική του ταυτότητα και δράση είχε ως αποτέλεσμα να διωχθεί, «να περάσει τη μισή του ζωή σε θαλάμους φυλακής και σε τσαντίρια εξορίας», να μην μπορέσει να κάνει οικογένεια, ούτε να ζήσει μια φυσιολογική ζωή «όπως όλος ο κόσμος». (Οι συνθήκες της φυλακής δεν αναφέρονται στο κείμενο, όμως προβάλλονται μέσα από το άγραφο κείμενο σε αντιδιαστολή με αυτά που απέκτησε όταν πια βγήκε από τη φυλακή, όπως περιγράφονται πιο κάτω.)

  • Ωστόσο δε λύγισε (δεν υπέγραψε «δήλωση μετανοίας», αλλιώς δε θα φοβόταν ότι θα τον συλλάβουν), επέδειξε ψυχική αντοχή και προσήλωση στις αρχές και τα ιδανικά του. Τα χρόνια αυτά δηλώνονται ως «δύσκολα», ως «ηρωικοί αλλά τόσο σκληροί χώροι της νιότης του», με «καημούς και στερήσεις», που απαιτούσαν «υπεράνθρωπες προσπάθειες» και «μια στάση ηρωική όπου συμμετείχε κι ο ίδιος».

  • Συμπεριφέρθηκε με εντιμότητα και με πλήρη αφοσίωση στην αριστερή ιδεολογία, χωρίς να ζητήσει ούτε αναγνώριση των αγώνων και των θυσιών του, ούτε ανταλλάγματα από κανέναν (δεν κατείχε κανένα «αξίωμα» ούτε στην κομματική ιεραρχία, ούτε στη μετέπειτα επαγγελματική / κοινωνική ζωή του)


Στο πρόσφατο παρελθόν, όταν πια βγήκε από τη φυλακή αποστασιοποιείται σταδιακά από την ενεργό δράση, γίνεται σιγά-σιγά ημιενεργός, καθώς από τη μια συνειδητοποιεί το μάταιο του αγώνα του, βιώνει την κόπωση και τη ματαίωση των ελπίδων του, και από την άλλη γνωρίζει (προφανώς για πρώτη φορά) κάποιες μικροανέσεις στην ελεύθερη πια ζωή του (απέκτησε λεφτουδάκια, σπιτάκι με θέα στο βουνό και βεράντα, σόμπα στα χειμωνιάτικα βράδια, ψυγείο με παγάκια, αναπαυτικό στρωματέξ, σαλονάκι δανέζικο κ.α., αντί το στενάχωρο κελί της φυλακής, όπου τουρτούριζε το χειμώνα, κοιμόταν και καθόταν στη σκληρή πέτρα, έβλεπε μόνο κάγκελα, υπέφερε όχι μόνο από τη στέρηση της ελευθερίας του, αλλά κι από πείνα και δίψα, κρύο το χειμώνα και αφόρητη ζέστη το καλοκαίρι, ξύλο, βασανιστήρια, συνεχείς προσβολές της αξιοπρέπειάς του, φόβο πως θα τον εκτελέσουν) μέσα στις οποίες και «βολεύεται».

  • Ζει πλέον μια ζωή μικροαστική, ήσυχη αλλά μοναχική και βαρετή, χωρίς νόημα και στόχους, χωρίς συντρόφους, χωρίς οικογένεια, χωρίς όνειρα κι ελπίδα για κάτι καλύτερο. Απλώς βολεύεται στην καθημερινότητα και ζει το σήμερα, απολαμβάνοντας μαζί με την ελευθερία του (που δεν ξέρει πια και τι να την κάνει) και κάποια απλά υλικά αγαθά από όσα στερήθηκε τόσα χρόνια, με τα οποία δημιουργεί «γερό δέσιμο με τούτο τον κόσμο κι αγεφύρωτο χάσμα με το παρελθόν».
  • Αναπολεί με νοσταλγία το παρελθόν, δείχνοντας πως δε μετάνιωσε για τη δράση του, έστω κι αν η ζωή του ήταν τόσο δύσκολη, αφού «αναπολεί ακόμη και τους περασμένους πόνους του, απαλότερους τώρα, τυλιγμένους στο μύθο». Εκφράζει τη νοσταλγία του ακούγοντας από την ασφάλεια του σπιτιού του και την άνεση της πολυθρόνας του τραγούδια των «δύσκολων αλλά ηρωικών χρόνων της νιότης του» (επαναστατικά, αριστερής προέλευσης, απαγορευμένα τα περισσότερα), ενώ δηλώνει πως «είχε μια ομορφιά αυτή η ιστορία», την οποία θεωρεί πια τελειωμένη («πάει πέρασαν πια»).
  • Συνειδητοποιεί πλέον την απόσταση από την ηρωική δράση, νιώθει πως δεν είναι πια ο ίδιος, αφού κατανοεί πως ακόμη και όσα πέρασε ήταν «σαν να μην συνέβηκαν σε σένα τον ίδιο». Είναι προφανές πως δε θέλει να ξαναμπεί στην ενεργό δράση.
  • Η εικόνα του είναι μάλλον θλιβερή: μόνος, βαριέται, τρώει με λαιμαργία, δε μιλά με κανέναν, δε μοιράζεται τίποτα, δεν έχει καμιά ουσιαστική ασχολία (κάνει πάπυρο τα φύλλα του καρπουζιού), ζει μια εσωτερική ζωή μέσα από τις αναμνήσεις του παρελθόντος, έχει όλα τα σημάδια ενός καταθλιπτικού ανθρώπου.

  •  Ωστόσο η ιδεολογία του και η συνείδησή του, η εντιμότητά του δεν του επιτρέπουν την πλήρη απομάκρυνση από τις αρχές και τη δράση του. Πληρώνει τη συνδρομή του στο κόμμα και πηγαίνει στις συγκεντρώσεις, όχι πια με δική του πρωτοβουλία, αλλά «παραγγελτικά». Μια τυπική πλέον σύνδεση με το παρελθόν και το κόμμα του, ως μια ανάγκη να μην αποκοπεί πλήρως από το παρελθόν του, κάποιες μικρές ενδείξεις αγωνιστικότητας, αφού το κόμμα του βρίσκεται ακόμη στην παρανομία, ενέργειες που (μαζί με τα επαναστατικά τραγούδια που ακούει) τον κάνουν να αισθάνεται πως ανήκει ακόμη κάπου, πως η ζωή του έχει κάποιο νόημα, πως ο ίδιος έχει κάποια αξία για τους άλλους. Όμως η αποστασιοποίησή του από την πραγματική δράση είναι εμφανής, καθώς και η ματαίωση των ελπίδων του, καθώς έχει συνειδητοποιήσει πια πως «δεν έβγαλε πουθενά αυτή η ιστορία». Η αποτυχία των αγώνων, η διάψευση των πολιτικών οραμάτων, η πικρία γιατί δεν ευοδώθηκαν τα ιδανικά για τα οποία υποβλήθηκε σε τόσες δοκιμασίες στο παρελθόν, τον κάνουν να βουλιάζει πλέον στην απάθεια, στη μελαγχολία, τη θλίψη και να εγκλωβίζεται μέσα στη ίδια τη ζωή που έφτιαξε ως προστατευτικό καβούκι γύρω του.


Στο ορόσημο του πρόσφατου παρελθόντος, τα Ιουλιανά (1965), η σπίθα της αγωνιστικότητάς του ανάβει ξανά. Είναι όμως πλέον ξεκάθαρα ημιενεργός.
  • Πηγαίνοντας στις διαδηλώσεις υπακούει στη συνείδησή του που δεν του επιτρέπει να μην μετέχει στα γεγονότα, ούτε «να βγάζει την ουρά του απέξω», ως ένας ιδεολόγος πολιτικά συνειδητοποιημένος. Μήπως όμως απλώς αποδεικνύει στον εαυτό του πως μετέχει ακόμη στην ενεργό δράση; Γιατί επιλέγει «να πηγαίνει πάντα στα άκρα», για να μπορεί εύκολα να το σκάσει εάν χτυπήσει η αστυνομία, και να κρατάει ως αντικείμενο παραλλαγής ένα ογκώδες αντικείμενο (ένα καρπούζι), για να μπορεί να γίνει πειστικός στα αστυνομικά όργανα ότι δεν έχει καμία ανάμειξη με τους διαδηλωτές; Η υπερβολή και η ειρωνεία με την οποία παρουσιάζεται το αντικείμενο του καμουφλάζ, το οποίο στη συνέχεια μετατρέπεται σε χρηστικό αγαθό (το τρώει με λαιμαργία και γεμίζει τις άδειες του ώρες κάνοντας τα φύλλα του πάπυρο) αποδεικνύουν και πάλι την αποστασιοποίησή του από τη δράση, εξωτερική αλλά και εσωτερική, τυπική αλλά και ουσιαστική. Η συνείδησή του δεν τον αφήνει να μη δράσει, η κούραση και η ματαίωση δεν τον αφήνουν να διακινδυνεύσει. Η αγωνιστικότητά του έχει πια καμφθεί, η επιθυμία του για δράση έχει αμετάκλητα υποχωρήσει, αλλά δεν έχει ακόμη εξαφανιστεί. Η συνείδησή του του υπενθυμίζει το καθήκον του και οδηγεί τα βήματά του στο κέντρο, στη διαδήλωση, όχι όμως πλέον στην πρώτη γραμμή και με χέρια ελεύθερα να χτυπηθεί με την αστυνομία, αλλά στην άκρη με τα χέρια γεμάτα από ένα καρπούζι.
  • Η εσωτερική σύγκρουση είναι λοιπόν πρόδηλη ήδη στα Ιουλιανά, όταν γίνεται ημιενεργός μοιραζόμενος ανάμεσα στην εσωτερική του ανάγκη από τη μια να μετέχει στο πολιτικό γίγνεσθαι και από την άλλη να προστατεύσει τη ζωή που προηγουμένως στερήθηκε:
    • Χρέος και ματαίωση των ελπίδων, επιθυμία για δράση και κόπωση, ευθύνη στους άλλους και ένστικτο αυτοπροστασίας, συνυπάρχουν μέσα του ήδη από τα Ιουλιανά, για να κάνουν ξεκάθαρα την εμφάνισή τους τη μέρα της επιβολής της δικτατορίας και να μετατραπούν, όχι σε ένα απλό βασανιστικό δίλημμα (να πάει ή να μην πάει στο κέντρο) αλλά σε μια έντονη και επώδυνη ψυχική σύγκρουση.
Την κρίσιμη μέρα, τη μέρα που επιβάλλεται ο στρατιωτικός νόμος, η Δικτατορία στην Ελλάδα, ο ήρωας θα βιώνει για ώρες αυτή την ψυχική σύγκρουση, και θα περιπλανιέται αναζητώντας άλλοθι για να εφησυχάσει τη συνείδησή του που του υποβάλλει το καθήκον του, αφού στην ουσία η απόφασή του φαίνεται παρμένη από καιρό. Κι ενώ είναι αποφασισμένος να μείνει πολιτικά ανενεργός, έστω κι αν δεν το παραδέχεται στον εαυτό του, παρά μόνο αργά το απόγευμα, εσωτερικά βρίσκεται ακόμη σε σύγκρουση.
  • Βγαίνει στους δρόμους με πρώτη κατεύθυνση το φούρνο, αναζητώντας καμουφλάζ. Στη συνέχεια τα βήματά του τον απομακρύνουν από το κέντρο, γιατί θέλει να αποφύγει τη σύλληψη. Δε θέλει με τίποτα να ξαναβρεθεί πίσω από τα κάγκελα της φυλακής, να ξαναρχίσει από την αρχή τα παλιά και να εγκαταλείψει τις μικροανέσεις του. Δεν έχει ούτε σωματική αλλά ούτε ψυχική δύναμη για κάτι τέτοιο. Γι’ αυτό και θυμώνει με τα γεγονότα και «τους άλλους» που δεν του επιτρέπουν να συνεχίσει τη ζωή του ελεύθερα, («τι αρχίσανε πάλι να πάρει ο διάβολος, τι φταίει να παίρνει πάλι μπάλα τους δρόμους»), που θα τον βγάλουν από το «βόλεμα» της ζωής του και θα τον ξαναρίξουν στη δίνη των πολιτικών συγκρούσεων.
  • Η εξωτερική του πορεία συμβαδίζει με την εσωτερική του πορεία. Καθώς περιφέρεται αναποφάσιστος στους δρόμους της Αθήνας, βιώνει αντιφατικά συναισθήματα, αναστατώνεται, συγκρούεται με τον εαυτό του. Περνά από την ανησυχία στο φόβο, από την αμφιβολία και το δισταγμό στη συναίσθηση της ευθύνης, από το θυμό για τους αδιάφορους και ανεύθυνους Έλληνες στην απογοήτευση για το πολιτικό ήθος των ανθρώπων.
  • Δεν έχει πού να πάει, γιατί ξέρει πως οι μεν ομοϊδεάτες του, (πρώην) συναγωνιστές του, αυτοί που συναντούσε στις παραγγελτικές συγκεντρώσεις του κόμματος, θα βρίσκονται στην ίδια θέση με τον ίδιο, θα επιχειρούν να κρυφτούν ή θα έχουν ήδη συλληφθεί. Είναι κι αυτός, όπως και όλοι οι αριστεροί της γενιάς του «μαθημένοι από κάτι τέτοια». Από την άλλη, ξέρει πως κανένας από τους μη φακελωμένους πολίτες, δε θα διακινδυνεύσει να ανοίξει την πόρτα σε έναν αριστερό, σε κάποιον που «πέρασε τη μισή του ζωή στην εξορία», ακόμη κι αν δεν είναι πλέον εν ενεργεία. (Η αστυνομία θα συλλάβει και αυτόν που κρύβεται και αυτόν που τον κρύβει.)
  • Σε όλη τη διάρκεια της περιπλάνησής του, καθώς τα βήματά του τον απομακρύνουν από το κέντρο, αναζητεί υπεκφυγές, δικαιολογίες προς τον εαυτό του, για να αποφύγει τις ευθύνες του, βασανίζεται από μια έντονη εσωτερική σύγκρουση που εμφανίζεται με τη μορφή ενός διλήμματος (στην ουσία δεν υπάρχει δίλημμα), μέχρι που καταλήγει στο ευτελές άλλοθι: το ψαράκι: Στην πρώτη φάση επιχειρεί να απαλλαγεί από την ευθύνη, συνομιλώντας με τον εαυτό του.
    • Ξεκινά με τις σκέψεις που θα τον αποπροσανατολίσουν («ήταν ένα φωτεινό πρωινό, φτιαγμένο για ένα μεγάλο περίπατο») και συνεχίζει με αισιόδοξες σκέψεις, επιχειρώντας για λίγο να ξεγελάσει τον εαυτό του («Μπα δεν πάει για πολύ αυτή η κατάσταση, όπου νά’ναι θα πέσουν»)
      • Ταυτόχρονα συνειδητοποιεί με πικρία την ευθύνη του, γιατί ξέρει πως η πτώση της Δικτατορίας δεν είναι εύκολη υπόθεση. Σχεδόν αυτόματα με τις αισιόδοξες σκέψεις, ο υπεύθυνος εαυτός του του υπογραμμίζει πως αυτό θα γίνει μόνο «κουνώντας το δέντρο γερά». Σκέφτεται με πίκρα πως την ευθύνη αυτή έχει ο λαός, στον οποίο συνειδητά εντάσσει και τον εαυτό του, συνεπώς «δε βγάζει την ουρά του απέξω». Δεν έχει όμως πια δύναμη, δεν έχει «καρδιά», ούτε δύναμη για «προσωπική προπαρασκευή» για αγώνες.
    • Η υπευθυνότητά του τότε του υπαγορεύει πως «τότε έπρεπε να κινηθεί προς το κέντρο εκεί που μπορούσε να διαδραματιστούν γεγονότα να συμμετάσχει σ' αυτά», έτσι αμέσως αναζητά νέα διέξοδο για να υπεκφύγει «ή μήπως πίστευε στη θεωρία της πρωτοπορίας (τα στελέχη χρειάζονται) κι έπρεπε να φυλαχτεί;» (εδώ, βεβαίως, φαίνεται και η ειρωνεία του αφηγητή απέναντι στην ηγεσία της αριστεράς, που συχνά έβρισκε αυτή τη δικαιολογία, για να αποφύγει την ανάμειξη στη δράση, στέλλοντας «κατώτερα» στελέχη να δράσουν, εκεί όπου υπήρχε κίνδυνος να συλληφθούν).
    • Αυτόματα κατανοεί πως αυτή δεν είναι δικαιολογία, αφού ο ίδιος δεν είναι «στέλεχος» (άγραφο κείμενο). Τότε αναζητά να ξεφύγει επικαλούμενος τη σωματική κούραση. «Προς το κέντρο δε με πάνε τα πόδια μου». Στην πραγματικότητα, εκτός από τη σωματική, εκφράζεται και η ψυχική του κούραση.
    • Επιχειρεί να μετακυλίσει τις ευθύνες στους νέους. (Έχει άδικο, άραγε; Όμως, ξέρει πώς το να αγωνιστούν οι νέοι, δε σημαίνει πως δεν πρέπει να αγωνιστούν και οι συνειδητοποιημένοι μεσήλικες / άγραφο κείμενο)
  • Όλες οι πιο πάνω σκέψεις τον εξαντλούν ψυχικά, και άρα αναζητεί διέξοδο αλλού. Δύο «τυχαία» περιστατικά θα τον βοηθήσουν να εφησυχάσει τη συνείδησή του:
    • «Τυχαία» τα πόδια του τον παίρνουν στο σπίτι της ξαδέλφης του, όπου αγανακτά με την πολιτική ασυνειδησία του άντρα της. Είναι «γερό παλικάρι και γερό μεροκάματο», συνεπώς ανήκει στα χαμηλά και καταπιεσμένα κοινωνικά στρώματα, αλλά η μόνο του έγνοια είναι το ποδόσφαιρο. (Εδώ ο αφηγητής-συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία να δείξει τον αποπροσανατολισμό της κοινής γνώμης με «άρτον και θεάματα», και να εκφράσει την κριτική του ματιά για την αδιαφορία της νεολαίας για το πολιτικό γίγνεσθαι, την παθητικοποίηση, τη μη αντίδραση στις αντιδημοκρατικές μεθόδους που εφαρμόζονται και την υποταγή στο καθεστώς.)
      • Ο δικός μας, «αυτός που ερχόταν απ’έξω» (πικρά ειρωνικό σχόλιο για την απόσταση που χωρίζει τους πολιτικά συνειδητοποιημένους από τους ασυνείδητους πολίτες, τους οποίους εκφράζει ο άντρας της ξαδέλφης) δεν αντέχει, πνίγεται από την τόση απάθεια, την αλλοτρίωση, την αδιαφορία και φεύγει σαν κυνηγημένος.
    • Συλλαμβάνει τον εαυτό του να περπατά στους ρυθμούς του εμβατηρίου, δείγμα εσωτερικού συμβιβασμού, υποταγής. Τότε παρατηρεί έναν τυχαίο άντρα, φορτωμένο με ψώνια, να περπατά στο ρυθμό του εμβατηρίου. Θα του προσφέρει το άλλοθι που του χρειάζεται για να μην πάει στο κέντρο, καθώς είναι πια ψυχολογικά έτοιμος να κάνει το μεγάλο βήμα της πλήρους παραίτησης από την αγωνιστική δράση; Τον ακολουθεί και δημιουργεί στο μυαλό του ένα φανταστικό σενάριο για τη βολεμένη και φιλήσυχη ζωή του τυχαίου αυτού ανθρώπου, η οποία στηρίζεται σε μια «απλή» παραδοχή: στην υποταγή στο καθεστώς. Αρπάζεται από αυτό το σενάριο για να συμπεράνει πως όλοι οι Έλληνες είναι αδιάφοροι, και μόνο αυτός «περπατά παράταιρα». Ενδόμυχα επιθυμεί να βρισκόταν στη θέση του (ήσυχη ζωή, οικογένεια, φίλοι), να μη βασανίζεται από ηθικά διλήμματα και συγκρούσεις με τη συνείδησή του. Η συνάντηση αυτή ενισχύει μέσα του την απόφαση να προσαρμοστεί και ο ίδιος στην πολιτική κατάσταση, εφόσον αυτό κάνουν οι περισσότεροι Έλληνες (έχουν πέσει στα ψώνια επικεντρώνοντας το πρόβλημα στην πιθανή έλλειψη τροφίμων και αδιαφορώντας για τα υπόλοιπα). Και πάλι, όμως, ο τύπος δεν του προσφέρει ένα τόσο ισχυρό άλλοθι, γιατί ξέρει – έστω κι αν δεν το λέει – πως δεν είναι ο μόνος που περπατά παράταιρα, πως δεν είναι όλοι οι Έλληνες σαν τον τύπο. (Εφόσον δεν έχει πάει στο κέντρο, δεν έχει καν δει εάν «διαδραματίστηκαν γεγονότα», εάν υπήρξε αντίδραση στο στρατιωτικό πραξικόπημα με πορείες και διαδηλώσεις στους δρόμους της Αθήνας.)
  • Ούτε όμως τα δύο αυτά περιστατικά είναι αρκετά για να πάρει την απόφασή του. Η συνείδησή του επιμένει βασανιστικά να του υποβάλλει το χρέος του. Όμως η κούραση είναι πια ανυπόφορη. Έχει φτάσει στο τέλος της αδιέξοδης πορείας του. Πρέπει να αποφασίσει. (άγραφο κείμενο, το κατανοούμε από εκείνο το «όμως» και την ανακούφιση που θα ακολουθήσει το «εύρημά» του)
  • Και τότε έρχεται σαν φαεινή ιδέα «το ψαράκι». Αυτό για το οποίο προηγουμένως αδιαφορούσε και «βαριόντανε να του αλλάζει νερό». Το φαντάζεται να κάνει γύρους στη γυάλα (όπως κι ο ίδιος στους δρόμους), χαριτωμένο πρώτα, κι ύστερα να ασφυκτιά, να πνίγεται, να πέφτει στον πάτο. Ιδρώνει, αγωνιά, στην ιδέα πως το ψαράκι «πέφτει μολύβι στον πάτο της γυάλας», ταυτίζοντας ασυναίσθητα τη δική του θέση με το ψαράκι. Η δική αδιέξοδη πορεία στους δρόμους της Αθήνας τον έχει κάνει να ασφυκτιά συνεχώς, καθώς από το πρωί τρέχει κυνηγημένος όχι μόνο από την αστυνομία αλλά και από τον ίδιο τον εαυτό του. Είναι κι αυτός ένα «ψαράκι στη γυάλα», ανήμπορο να εκφράσει όσα τον βασανίζουν, ανήμπορο να ξεφύγει από τα ασφυκτικά πλαίσια της δικής του γυάλας μέσα στην οποία έχει εγκλωβιστεί. Μόνη του λύση «ν’αλλάξει στο ψάρι νερό». Ξέρει πως είναι κάτι ασήμαντο, πως υπάρχουν «μεγάλα και σπουδαία» για να πράξει κάποιος εκείνη τη μέρα, όμως, πλέον δηλώνει ανήμπορος. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να αλλάξει ο ίδιος πια, με την παραδοχή της παραίτησής του από τη δράση. Έτσι επιστρέφει στο σπίτι του, έτοιμος πια για να παραδοθεί σε ό,τι κι αν τον περιμένει.

Ψαράκι στη γυάλα =    ευτελές άλλοθι & ο ίδιος ο ήρωας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αναγνώστες